ὑπόδημα

τὸ ὑπό|δημα, άτος ['подвязанное'] обувь, особ. сандалии

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὑπόδημα" в других словарях:

  • ὑπόδημα — sole bound under the foot with straps neut nom/voc/acc sg ὑπόδημον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπόδημα — Εξωτερικό περικάλυμμα των ποδιών, από δέρμα, ελαστικό ή πανί, γνωστό και με την κοινή ονομασία παπούτσι. Η χρήση του υ. είναι πανάρχαια. Όλοι οι πολιτισμένοι λαοί της αρχαιότητας φορούσαν υ. κατασκευασμένα από ξύλο, δέρμα ή ύφασμα. Στην αρχαία… …   Dictionary of Greek

  • υπόδημα — [иподима] ουσ. о. обувь, сапог, ботинок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • υπόδημα — το, ατος προστατευτικό εξωτερικό περικάλυμμα των ποδιών, παπούτσι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παπούτσι και υπόδημα — Αντικείμενο που σκεπάζει και προστατεύει το πόδι. Οι Αιγύπτιοι, όπως και οι Φοίνικες και οι Εβραίοι, χρησιμοποιούσαν σανδάλια και παντόφλες από φύλλα φοίνικα και πάπυρου και σπάνια από δέρμα· οι Ασσύριοι προτιμούσαν τα πολύ ελαφρά σανδάλια που τα …   Dictionary of Greek

  • κόθορνος — Υπόδημα που φορούσαν οι ηθοποιοί της αρχαίας τραγωδίας. Επρόκειτο για μια κοντή μπότα που δενόταν μπροστά με κορδόνια και είχε παχύ πέλμα, ώστε να προσδίδει μεγαλύτερο ανάστημα στον υποκριτή. Στον κ. –του οποίου η εισαγωγή στο αρχαίο ελληνικό… …   Dictionary of Greek

  • ὑποδημάτων — ὑπόδημα sole bound under the foot with straps neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδήμασι — ὑπόδημα sole bound under the foot with straps neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδήμασιν — ὑπόδημα sole bound under the foot with straps neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδήματα — ὑπόδημα sole bound under the foot with straps neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδήματι — ὑπόδημα sole bound under the foot with straps neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.